φοιβάς


φοιβάς
-άδος, ἡ, ΜΑ
μσν.
φοιβάς
(ενν. τέχνη) η ιατρική
αρχ.
1. ιέρεια τού Φοίβου
2. θεόπνευστη γυναίκα, μάντισσα
3. (με σημ. επιθ.) προφητική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Φοῖβος + κατάλ. -άς, -άδος (πρβλ. 'Ερετρι-άς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φοιβάς — priestess of Phoebus fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φοίβας — Φοίβᾱς , Φοίβη Phoebe fem acc pl Φοίβᾱς , Φοίβη Phoebe fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοίβας — φοίβᾱς , φοίβη Phoebe fem acc pl φοίβᾱς , φοίβη Phoebe fem gen sg (doric aeolic) φοί̱βᾱς , φοῖβος pure fem acc pl φοί̱βᾱς , φοῖβος pure fem gen sg (doric aeolic) φοίβᾱς , φοιβάω cleanse imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιβάδα — φοιβάς priestess of Phoebus fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιβάδες — φοιβάς priestess of Phoebus fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιβάδι — φοιβάς priestess of Phoebus fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιβάδος — φοιβάς priestess of Phoebus fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • LENAE — I. LENAE Sacerdotes Bacchi, Ioh. Parrhasius ad illud Claud. l. 2. de Raptu Proserp. Carm. 35. v. 67. Aut quales referunt Baccho sollemnia Nymphae. II. LENAE Tertulliano de Pallio dictae Fictrices: cum ait, Aspite lupas, popularium libidinum… …   Hofmann J. Lexicon universale


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.